Μετάφραση του "haten" σε Ελληνικά

Οι μισώ, μίσος, απεχθάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "haten" σε Ελληνικά.

haten verb γραμματική

Intensief afkerig voelen van; een sterke vijandigheid voelen ten aanzien van.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισώ

    verb

    Hoe erg ik hem ook haat voor wat hij deed, zij hoeft het niet te weten.

    Όσο κι αν τον μισώ για ό, τι έκανε, εκείνη δε χρειάζεται να το μάθει.

  • μίσος

    noun neuter

    Belemmert het proces voor vrede en verzoening door publiekelijk aan te zetten tot haat en geweld.

    Παρακώλυση της διαδικασίας ειρήνευσης και συμφιλίωσης με υποκίνηση του κοινού στο μίσος και τη βία.

  • απεχθάνομαι

    verb

    Ik kwam erachter dat ik het haatte om in de buurt van deze mensen te zijn.

    Ανακάλυψα ότι απεχθάνομαι να με περιτριγυρίζουν όλοι αυτοί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απέχθεια
    • μισήσει
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " haten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "haten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "haten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη