Μετάφραση του "havik" σε Ελληνικά
Οι γεράκι, διπλοσάινο, Γεράκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "havik" σε Ελληνικά.
havik
noun
masculine
γραμματική
''Acipiter gentilis'', een roofvogel die op kleine zoogdieren en vogels jaagt [..]
-
γεράκι
noun neuterVanaf nu hou ik die kelderdeur in mijn oog als een havik.
Από εδώ και στο εξής, θα έχω τον νου μου στο κελάρι, σαν γεράκι.
-
διπλοσάινο
neuterEen roofvogel van middelmatige grootte van de familie Accipitridae.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " havik " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Havik
-
Γεράκι
-
Διπλοσάϊνο
Εικόνες με "havik"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη