Μετάφραση του "heffing" σε Ελληνικά

Οι εισφορά, επιστράτευση, είσπραξη φόρου είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heffing" σε Ελληνικά.

heffing noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εισφορά

    noun

    De heffing behoeft alleen dan te worden betaald wanneer de totale gegarandeerde hoeveelheid van de lidstaat is overschreden.

    Η εισφορά καταβάλλεται τότε μόνο, όταν σημειώνεται υπέρβαση της εγγυημένης από το κράτος μέλος συνολικής ποσότητας.

  • επιστράτευση

    noun
  • είσπραξη φόρου

    Sessiemuzikanten zullen een permanente heffing van 20 procent genieten.

    Οι μουσικοί συνοδείας θα ωφεληθούν από μια μόνιμη είσπραξη φόρου της τάξης του 20%.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heffing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "heffing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heffing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη