Μετάφραση του "heiden" σε Ελληνικά

Οι ειδωλολάτρης, παγανιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heiden" σε Ελληνικά.

heiden noun masculine γραμματική

mensen die geen Jood of Christen zijn [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ειδωλολάτρης

    noun masculine

    Die vrouw is een dame en jij bent een heiden.

    Αυτή η γυναίκα είναι αρχόντισσα κι εσύ ειδωλολάτρης.

  • παγανιστής

    noun masculine

    Hij kan net zo goed nog een heiden zijn met een scherp zwaard.

    Μπορεί να είναι ένας ακόμα παγανιστής που χαίρεται να χρησιμοποιεί το σπαθί του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heiden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "heiden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • hei
    ερείκη · θαμνότοπος · ξερότοπος · ρείκι
  • Βόλτος · θαμνότοπος · ξερότοπος · ρείκι · ρεικότοπος
  • Χέι-τίκι
  • Λογγίνος Χέιδεν
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heiden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη