Μετάφραση του "heldhaftig" σε Ελληνικά

Οι θαρραλέος, ανδρείος, τολμηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "heldhaftig" σε Ελληνικά.

heldhaftig adjective γραμματική

Niet bang te krijgen of te intimideren. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • θαρραλέος

    adjective

    Alleen maar omdat deze heldhaftige dame onrecht zag en met haar borsten zwaaide.

    Κι όλο αυτό γιατί αυτή η θαρραλέα γυναίκα είδε έναν άδικο κόσμο και του κούνησε τα στηθάκια της.

  • ανδρείος

    Adjective
  • τολμηρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " heldhaftig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "heldhaftig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη