Μετάφραση του "hinder" σε Ελληνικά
Οι όχληση, ενόχληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hinder" σε Ελληνικά.
hinder
noun
verb
masculine
γραμματική
Alles dat gezondheid beinvloedt of voorbestemt. [..]
-
όχληση
nounAlles dat gezondheid beinvloedt of voorbestemt.
Toch veroorzaakt het ongetwijfeld hinder en valt het onder de definitie van afvalstof.
Παρ’όλα αυτά, συνιστούν αναμφισβήτητα μια περιβαλλοντική όχληση, και πρέπει συνεπώς να υπάγονται στον ορισμό των αποβλήτων.
-
ενόχληση
noun feminineAlles dat gezondheid beinvloedt of voorbestemt.
De hinder ten gevolge van het dimlicht van koplichten wordt geijkt.
Πρέπει να εκτιμάται η ενόχληση που προκαλεί η φωτεινή δέσμη διασταύρωσης των προβολέων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hinder " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "hinder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εμποδίζω · παρεμποδίζω · σταματώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη