Μετάφραση του "hoekschop" σε Ελληνικά

Οι κόρνερ, Κόρνερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoekschop" σε Ελληνικά.

hoekschop noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόρνερ

    noun neuter

    Doelpunten overwinningen, hoekschoppen, inworpen.

    Στα γκολ, στο σκορ, για τα πόσα κόρνερ, στο πότε θα μπει το πρώτο τέρμα.

  • Κόρνερ

    Doelpunten overwinningen, hoekschoppen, inworpen.

    Στα γκολ, στο σκορ, για τα πόσα κόρνερ, στο πότε θα μπει το πρώτο τέρμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoekschop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "hoekschop"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoekschop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη