Μετάφραση του "hoekschop" σε Ελληνικά
Οι κόρνερ, Κόρνερ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoekschop" σε Ελληνικά.
hoekschop
noun
masculine
γραμματική
-
κόρνερ
noun neuterDoelpunten overwinningen, hoekschoppen, inworpen.
Στα γκολ, στο σκορ, για τα πόσα κόρνερ, στο πότε θα μπει το πρώτο τέρμα.
-
Κόρνερ
Doelpunten overwinningen, hoekschoppen, inworpen.
Στα γκολ, στο σκορ, για τα πόσα κόρνερ, στο πότε θα μπει το πρώτο τέρμα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hoekschop " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "hoekschop"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη