Μετάφραση του "homo" σε Ελληνικά

Οι ομοφυλόφιλος, αδερφή, γκέι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "homo" σε Ελληνικά.

homo noun masculine γραμματική

Een persoon die zich alleen of hoofdzakelijk seksueel aangetrokken voelt naar leden van het zelfde geslacht.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομοφυλόφιλος

    adjective masculine

    Charles, mijn leerling die homo is, gelooft dat je vader een homopappie gaat worden.

    Charles, μαθητής μου, ο οποίος είναι ομοφυλόφιλος, πιστεύει ότι ο πατέρας σου είναι gonna είναι ένας μπαμπάς.

  • αδερφή

    noun feminine

    Je familie onterfde je toen ze merkten dat je homo was.

    H oικoγέvειά σoυ σε έδιωξε όταv έμαθε ότι ήσoυv αδερφή.

  • γκέι

    Kerel, dit script staat vol met extreem grafische homo seks scènes.

    Dudes, αυτό το σενάριο είναι γεμάτο εξαιρετικά γραφικά γκέι σκηνές σεξ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πούστης
    • ομοιοφιλόφιλος
    • ομοφυλόφυλος
    • λεσβία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " homo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "homo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "homo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη