Μετάφραση του "hoogte" σε Ελληνικά

Οι ύψος, υψόμετρο, στάθμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hoogte" σε Ελληνικά.

hoogte noun feminine γραμματική

de hoek tussen de horizontaal en een punt op een hoger niveau. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύψος

    noun neuter

    In zijn algemeenheid, een term gebruikt in de topografische positie. [..]

    Op basis van de hoogte van dat raam kwam het schot uit die straat.

    Αν κρίνουμε από το ύψος του τζαμιού, η βολή πρέπει να ήρθε από αυτό το δρομο.

  • υψόμετρο

    noun neuter

    ύψος σε σχέση με ένα συγκεκριμένο σημείο αναφοράς [..]

    Vragen om vrije baan naar Lincoln op mindere hoogte.

    Αιτούμαι αδείας επιστροφής στο Lincoln, σε χαμηλότερο υψόμετρο.

  • στάθμη

    noun feminine

    Het stuurorgaan moet bij het bepalen van de hoogte van het instrumentenpaneel buiten beschouwing worden gelaten.

    Η διάταξη χειρισμού δεν λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό της στάθμης του πίνακα οργάνων.

  • Ύψος

    meetkundige variabele (hoogte, breedte, diepte)

    Op basis van de hoogte van dat raam kwam het schot uit die straat.

    Αν κρίνουμε από το ύψος του τζαμιού, η βολή πρέπει να ήρθε από αυτό το δρομο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoogte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "hoogte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoogte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη