Μετάφραση του "horige" σε Ελληνικά

Το δουλοπάροικος είναι η μετάφραση του "horige" σε Ελληνικά.

horige noun adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δουλοπάροικος

    noun masculine

    Een horige met mooi haar en een sterke lever.

    'Ενας μικρός δουλοπάροικος, με... ωραία μαλλιά κι ένα δυνατό συκώτι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " horige " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "horige" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη