Μετάφραση του "hoveling" σε Ελληνικά

Το αυλικός είναι η μετάφραση του "hoveling" σε Ελληνικά.

hoveling noun masculine γραμματική

Een persoon die vaak aanwezig is aan het hof bij een koning of andere koninklijke leden.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυλικός

    masculine

    Er is maar één hoveling met toegang tot het zegel.

    Υπάρχει κάποιος αυλικός που έχει πρόσβαση στη βασιλική σφραγίδα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hoveling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hoveling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη