Μετάφραση του "humor" σε Ελληνικά

Οι χιούμορ, χιουμορ, πνεύμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "humor" σε Ελληνικά.

humor noun masculine γραμματική

Iemands gevoelens of gemoedstoestand op een bepaalde tijd. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • χιούμορ

    noun neuter

    En ik dacht dat ik mijn gevoel voor humor kwijt was.

    Και που νόμιζα πως έχασα την αίσθηση του χιούμορ.

  • χιουμορ

    Ik wist niet dat je geen gevoel voor humor had.

    Δεν το'ξερα οτι δεν εχεις χιουμορ!

  • πνεύμα

    noun neuter

    Hij heeft een rijke humor, vind je ook niet, Sally?

    Εχει πλούσιο πνεύμα, δεν νομίζεις, Sally;

  • το χιούμορ

    Men lokt ze met een beetje humor en dan laat men ze nadenken.

    Tους δελεάζεις με το χιούμορ και μετά τους βάζεις vα σκεφτούv.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " humor " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "humor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "humor" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη