Μετάφραση του "hypocriet" σε Ελληνικά

Οι υποκριτής, υποκρίτρια, υποκριτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hypocriet" σε Ελληνικά.

hypocriet adjective noun masculine γραμματική

iemand die voordoet bepaalde waarden te huldigen, maar zich er zelf niet aan houdt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποκριτής

    noun masculine

    Laat het volk van ons land zien hoe hypocriet jij werkelijk bent.

    'σε το λαό της χώρα μας να δει πόσο υποκριτής είσαι.

  • υποκρίτρια

    noun feminine

    Je bent een hypocriete bitch, en je boort hem de grond in.

    Είσαι μια υποκρίτρια σκύλα και θα τον στείλεις στο χώμα.

  • υποκριτικός

    Een hypocriete manier om met een schone lei te beginnen.

    Δεν νομίζεις πως είναι ένας υποκριτικός τρόπος για να ξεκινήσουμε το καθαρό μητρώο της οικογένειας Κόεν;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hypocriet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hypocriet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη