Μετάφραση του "identiteit" σε Ελληνικά

Οι ταυτότητα, Αλγεβρικές ταυτότητες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "identiteit" σε Ελληνικά.

identiteit noun feminine γραμματική

een kenmerk dat je onderscheidt van anderen en bepaalt wie je bent

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταυτότητα

    noun feminine

    Als gevolg daarvan is de identiteit van de auteur aanzienlijk minder belangrijk dan onder de vorige regeling.

    Επομένως, η ταυτότητα του συντάκτου προσλαμβάνει πολύ μικρότερη σημασία από ό,τι υπό το προηγούμενο καθεστώς.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " identiteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Identiteit

Identiteit, Traditie en Soevereiniteit

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αλγεβρικές ταυτότητες

    wiskunde

Φράσεις παρόμοιες με "identiteit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "identiteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη