Μετάφραση του "idioot" σε Ελληνικά

Οι ηλίθιος, βλάκας, καθυστερημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "idioot" σε Ελληνικά.

idioot adjective noun masculine γραμματική

een grote maat van zwakzinnigheid hebbend [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλίθιος

    noun masculine

    Je bent een idioot als je deze kans niet grijpt.

    Θα είσαι ηλίθιος αν δεν εκμεταλλευτείς αυτήν την ευκαιρία.

  • βλάκας

    noun masculine

    Alleen een idioot kijkt naar twee football-wedstrijden achter elkaar.

    Mόνο ένας βλάκας θα έβλεπε δύο ποδοσφαιρικούς αγώνες στη σειρά.

  • καθυστερημένος

    noun

    Als één kleine haar op mijn kleine meid is aangeraakt door die idioot.

    Μια γαμημένη τρίχα από το κεφάλι του κοριτσιού μου άγγιξε αυτός ο καθυστερημένος!

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κορόιδο
    • ιδιώτης
    • μικρόνους
    • κουτορνίθι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " idioot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "idioot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη