Μετάφραση του "iglo" σε Ελληνικά

Το Ιγκλού είναι η μετάφραση του "iglo" σε Ελληνικά.

iglo noun masculine γραμματική

een traditionele, meestal ronde behuizing van de Inuit die vervaardigd is van stevige sneeuwblokken

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ιγκλού

    Hij gedijt het beste in een iglo in de bergen

    Η καλύτερη του είναι σε ένα Ιγκλού στα βουνά

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " iglo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "iglo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "iglo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη