Μετάφραση του "ijdel" σε Ελληνικά
Οι ματαιόδοξος, άκαρπος, μάταιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ijdel" σε Ελληνικά.
ijdel
adjective
γραμματική
vol van zelfbewondering, een te hoge dunk hebbend van het eigen voorkomen en/of de eigen bekwaamheden [..]
-
ματαιόδοξος
adjectiveGeweldige jongen, maar ongelofelijk ijdel, zelfs als een kind.
Σπουδαίος τύπος, αλλά απίστευτα ματαιόδοξος, από παιδί ακόμα.
-
άκαρπος
adjective -
μάταιος
adjectiveKies voor design-lingerie, in de ijdele hoop zo je uitgebluste relatie te redden.
Ελπίζοντας μάταια ότι θα σώσεις μια σχέση που έχει πεθάνει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μικροκαμωμένος
- αδύνατος
- μικρός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ijdel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη