Μετάφραση του "ijverig" σε Ελληνικά

Οι επιμελής, εργατικός, δουλευταράς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ijverig" σε Ελληνικά.

ijverig adjective γραμματική

Gekenmerkt door intense emotie. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιμελής

    adjective masculine

    Iedere succesvolle musicus weet dat er ijverig geoefend moet worden om prachtige muziek ten gehore te brengen.

    Όπως γνωρίζει κάθε επιτυχημένος μουσικός, απαιτείται επιμελής εξάσκηση για να παίξεις όμορφη μουσική.

  • εργατικός

    adjective masculine

    Je lijkt ijverig en eerlijk en je hebt zeker volharding getoond.

    Φαίνεσαι εργατικός και σοβαρός και σίγουρα έχεις επιδείξει επιμονή.

  • δουλευταράς

    adjective

    Jong, ijverig, knap, rustig.

    Νέος, δουλευταράς, κούκλος και λιτοδίαιτος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ijverig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ijverig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη