Μετάφραση του "immuniteit" σε Ελληνικά

Το Ασυλία είναι η μετάφραση του "immuniteit" σε Ελληνικά.

immuniteit noun feminine γραμματική

Het vermogen van een organisme om weerstand te bieden tegen ziekte of gif op een natuurlijke of kunstmatige wijze [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασυλία

    σελίδα αποσαφήνισης εγχειρημάτων Wikimedia

    Informatie over elke vorm van immuniteit tegen rechtszaken die de uitgevende instelling eventueel geniet.

    Πληροφορίες για ενδεχομένη ασυλία του εκδότη από δικαστικές διαδικασίες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " immuniteit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "immuniteit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη