Μετάφραση του "impliciet" σε Ελληνικά

Οι υπονοούμενος, σιωπηρός, εγγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "impliciet" σε Ελληνικά.

impliciet adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπονοούμενος

    masculine
  • σιωπηρός

    adjective masculine

    67. Met andere woorden, deze loskoppeling bestond reeds impliciet, maar moet thans expliciet worden gemaakt.

    67. Με άλλα λόγια, ο διαχωρισμός αυτός ήταν ήδη σιωπηρός, αλλά τώρα έχει σημασία να καταστεί και ρητός.

  • εγγενής

    adjective masculine

    De Commissie is van mening dat deze verplichting impliciet van kracht is en dat de toegevoegde tekst overbodig is.

    Η Επιτροπή πιστεύει ότι μια τέτοια υποχρέωση είναι εγγενής και ότι η προσθήκη δεν είναι αναγκαία.

  • σύμφυτος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " impliciet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "impliciet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "impliciet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη