Μετάφραση του "inherent" σε Ελληνικά
Το συναφής είναι η μετάφραση του "inherent" σε Ελληνικά.
inherent
onlosmakelijk verbonden
-
συναφής
adjectiveDe uniformiteit van deze regeling is inherent aan de werking van de medeherverzekering .
Η ομοιομορφία της εν λόγω παρακράτησης είναι συναφής με τη λειτουργία της από κοινού αντασφάλισης .
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inherent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη