Μετάφραση του "inkopen" σε Ελληνικά
Οι αποκτώ, αγοράξω, αγοράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inkopen" σε Ελληνικά.
inkopen
door kopen een voorraad aanleggen
-
αποκτώ
verbDe producentenorganisaties mogen eveneens producten inkopen, om deze later weer te verkopen (uitstelmaatregelen).
Οι οργανώσεις παραγωγών μπορούν επίσης να αποκτήσουν τα προϊόντα αυτά προκειμένου να τα πωλήσουν εκ νέου σε ένα μεταγενέστερο στάδιο (μεταφορές).
-
αγοράξω
-
αγοράζω
verbAls mensen inkopen doen, doen ze dat voor april.
Όποιος αγοράσει θα το κάνει ως τον Απρίλιο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inkopen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "inkopen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάστημα · ψωνίζω
-
αγορά · παζάρι · προμήθεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη