Μετάφραση του "instellen" σε Ελληνικά

Οι σετ, ρυθμίζω, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instellen" σε Ελληνικά.

instellen verb γραμματική

het op juiste wijze afregelen van een toestel [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σετ

    noun neuter

    Het Raadgevend Comité voor het bankwezen (RCB) is ingesteld bij de Eerste Coördinatierichtlijn Bankrecht

    Η Συμßουλευτική Επιτροπή Τραπεζών (ΣΕΤ) συστάθηκε από την πρώτη τραπεζική οδηγία

  • ρυθμίζω

    verb

    Voor de concentratiebepaling via absorptiespectrometrie moet het apparaat zorgvuldig worden ingesteld op de optimale golflengte.

    Για τους προσδιορισμούς που διεξάγονται με φασματομετρία απορρόφησης, το όργανο ρυθμίζεται με προσοχή στο βέλτιστο μήκος κύματος.

  • βάζω

    verb

    Ik heb Gideon de koers al laten instellen.

    Έχω ήδη βάλει την Γκίντεον να σχεδιάσει μια πορεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instellen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instellen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instellen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη