Μετάφραση του "instemmen" σε Ελληνικά

Οι συναινώ, συμφωνώ, συγκατατίθεμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instemmen" σε Ελληνικά.

instemmen verb γραμματική

het eens zijn [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναινώ

    Het werkwoord „instemmen” („einwilligen” in het Duits) impliceert een voorafgaand verzoek.

    Όμως το ρήμα «συναινώ» («einwilligen» στη γερμανική) προϋποθέτει προηγούμενο αίτημα.

  • συμφωνώ

    verb

    Overeenkomen of het eens zijn.

    De oproep wordt ten minste een maand van tevoren gedaan, tenzij partijen met een kortere termijn instemmen.

    Παρέχεται προθεσμία κλήτευσης τουλάχιστον ενός μηνός, εκτός εάν οι διάδικοι συμφωνήσουν σε βραχύτερη προθεσμία.

  • συγκατατίθεμαι

    verb

    Ten derde moeten klanten ermee instemmen dat de decoderpakketten worden geïnstalleerd door een door de partijen erkende installateur.

    Τρίτον, ο πελάτης συγκατατίθεται στην εγκατάσταση των πακέτων αποκωδικοποίησης από εγκεκριμένο τεχνικό των μερών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " instemmen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "instemmen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "instemmen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη