Μετάφραση του "instroom" σε Ελληνικά
Οι εισροή, παροχή, αναρρόφηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "instroom" σε Ελληνικά.
instroom
-
εισροή
noun feminineEen voorwaardelijk actief wordt opgenomen wanneer een instroom van economische voordelen of dienstenpotentieel waarschijnlijk is geworden.
Μια ενδεχόμενη απαίτηση αναφέρεται όταν είναι πιθανή η εισροή οικονομικών πλεονεκτημάτων ή δυναμικό εξυπηρέτησης.
-
παροχή
ondersteuning bij de instroom op de arbeidsmarkt, beroepskeuzeadvisering en het opzetten van een bedrijf
Παροχή στήριξης στην ανάληψη επαγγελματικών καθηκόντων, επαγγελματική καθοδήγηση και παροχή συμβουλών σχετικά με τη σύσταση επιχειρήσεων
-
αναρρόφηση
Noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " instroom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη