Μετάφραση του "intermitterend" σε Ελληνικά
Οι σποραδικός, διακεκομμένος, διαλείπων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "intermitterend" σε Ελληνικά.
intermitterend
-
σποραδικός
adjective masculine -
διακεκομμένος
masculinede intervals tussen intermitterende geluiden zijn lang genoeg, zodat de bestuurder auditieve waarschuwingssignalen kan horen.
οι διακοπτόμενοι ήχοι ρυθμίζονται έτσι ώστε να διάστημα ανάμεσά τους να είναι αρκετά μεγάλο ώστε ο οδηγός να μπορεί να λάβει προειδοποιήσεις.
-
διαλείπων
masculineWij denken dat zij lijdt aan wat wij een intermitterende explosieve stoornis noemen.
Πιστεύουμε ότι πάσχει από αυτό που λέμε διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intermitterend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη