Μετάφραση του "intrekken" σε Ελληνικά
Το ακύρωση είναι η μετάφραση του "intrekken" σε Ελληνικά.
intrekken
verb
γραμματική
Annuleren of opheffen. [..]
-
ακύρωση
noun feminineDat houdt in dat de voor het project verleende bijstand geheel of ten dele wordt ingetrokken.
Αυτό σημαίνει ακύρωση εν όλω ή εν μέρει της συνδρομής που χορηγείται στο συγκεκριμένο έργο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " intrekken " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "intrekken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λίστα ανάκλησης πιστοποιητικών
-
πιστοποιητικό που έχει ανακληθεί
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη