Μετάφραση του "invaliditeit" σε Ελληνικά

Το αδυναμία είναι η μετάφραση του "invaliditeit" σε Ελληνικά.

invaliditeit

Een lichamelijke of mentale handicap, dat een persoon belet een volledig normaal leven te leiden of een winstgevend werk uit te oefenen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδυναμία

    noun feminine

    Deze hulpbehoevendheid wordt beoordeeld door een medische commissie, die in het kader van het socialezekerheidsstelsel bijeenkomt om de mate van invaliditeit te beoordelen.

    Αυτή η αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως αξιολογείται από ιατρική επιτροπή που συνέρχεται στο πλαίσιο του συστήματος εξακριβώσεως αναπηριών της κοινωνικής ασφαλίσεως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invaliditeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invaliditeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη