Μετάφραση του "invloed" σε Ελληνικά
Οι επιρροή, επήρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invloed" σε Ελληνικά.
invloed
noun
masculine
γραμματική
inwerking van een persoon, zaak of omstandigheid op een andere [..]
-
επιρροή
noun feminineIk denk dat je je niet realiseert hoeveel invloed je hebt op Christian.
Δεν πιστεύω ότι συνειδητοποιείτε πόση επιρροή έχετε στον Κρίστιαν.
-
επήρεια
noun feminineBestuur geen auto onder invloed van alcohol.
Μην οδηγείτε υπό την επήρεια αλκοόλ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invloed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "invloed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων
-
κλιματική επίπτωση
-
επίπτωση στο περιβάλλον · επιπτώσεις στο περιβάλλον · περιβαλλοντικές επιπτώσεις
-
νομοθεσία (νόμοι) σχετικά με (για) τις χημικές ουσίες
-
ηλεκτρομαγνητική όχληση
-
επηρεάζομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη