Μετάφραση του "invloed" σε Ελληνικά

Οι επιρροή, επήρεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invloed" σε Ελληνικά.

invloed noun masculine γραμματική

inwerking van een persoon, zaak of omstandigheid op een andere [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιρροή

    noun feminine

    Ik denk dat je je niet realiseert hoeveel invloed je hebt op Christian.

    Δεν πιστεύω ότι συνειδητοποιείτε πόση επιρροή έχετε στον Κρίστιαν.

  • επήρεια

    noun feminine

    Bestuur geen auto onder invloed van alcohol.

    Μην οδηγείτε υπό την επήρεια αλκοόλ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " invloed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "invloed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "invloed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη