Μετάφραση του "invoer" σε Ελληνικά
Οι εισαγωγή, εισαγωγές, καταχώρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "invoer" σε Ελληνικά.
-
εισαγωγή
noun feminineinkopen van goederen uit het buitenland
Tijdelijke invoer van hulpzendingen wordt toegestaan zonder dat een douanedocument of zekerheid wordt verlangd.
Η προσωρινή εισαγωγή των αποστολών βοήθειας επιτρέπεται χωρίς να απαιτείται η προσκόμιση τελωνειακού εγγράφου ούτε η σύσταση εγγύησης.
-
εισαγωγές
nounDe invoer uit China is echter sinds 2001 aan het toenemen.
Σημειώνεται εντούτοις ότι οι κινεζικές εισαγωγές έχουν τάση αύξησης από το 2001.
-
καταχώρηση
noun feminineOp die manier, wanneer je de gegevens fout invoert kunnen ze het niet naar jouw terug traceren.
Με αυτό τον τρόπο, όταν κάνεις τα μικρά λαθάκια στην καταχώρηση δε μπορούν να σε ανακαλύψουν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " invoer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Invoer (handel)
"Invoer" στο λεξικό Ολλανδικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Invoer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "invoer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πεδίο καταχώρησης
-
Γρήγορη δημιουργία
-
προσωρινή ατέλεια
-
Πίνακας εισόδου μαθηματικών παραστάσεων
-
καταχώρηση δεδομένων
-
εποπτεία εισαγωγών
-
εισαγωγή φυτικού είδους
-
αγγέλω · εγγράφω · εισάγω