Μετάφραση του "inwonen" σε Ελληνικά
Οι μένω, κατοικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "inwonen" σε Ελληνικά.
inwonen
-
μένω
verbDus je laat je zus bij jou inwonen?
Έμαθα ότι κάλεσες την αδερφή σου να μείνει εδώ.
-
κατοικώ
verbGelieve de kinderen en personen die te uwen laste komen of die gewoonlijk bij u inwonen, op te geven:
Αναφέρατε τα τέκνα ή τα συντηρούμενα από εσάς άτομα ή τα οποία κατοικούν συνήθως μαζί σας:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " inwonen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη