Μετάφραση του "ischemie" σε Ελληνικά

Το ισχαιμία είναι η μετάφραση του "ischemie" σε Ελληνικά.

ischemie noun feminine γραμματική

Tekort aan bloed in een orgaan of een weefsel veroorzaakt door een vernauwing of een obstructie van haar bloedvaten.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχαιμία

    feminine

    Handmatige of mechanische oprekking en torsie van de nek resulterend in cerebrale ischemie

    Τέντωμα και συστροφή του αυχένα με το χέρι ή μηχανικά, η οποία προκαλεί εγκεφαλική ισχαιμία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ischemie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ischemie"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ischemie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη