Μετάφραση του "jaar" σε Ελληνικά

Οι έτος, χρόνος, έτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "jaar" σε Ελληνικά.

jaar noun neuter γραμματική

de duur van een omloop van de aarde om de zon van circa 365 dagen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έτος

    noun neuter

    tijdsperiode

    In het besluit is de verkoopbare brutoproductiewaarde per dier per jaar vastgelegd.

    Το διάταγμα καθορίζει την αξία της μεικτής εμπορεύσιμης παραγωγής για κάθε ζώο και για κάθε έτος.

  • χρόνος

    noun masculine

    Ik heb deze paraplu drie jaar geleden gekocht.

    Αγόρασα αυτή την ομπρέλα πριν από τρία χρόνια.

  • έτη

    noun

    Hij is gestorven op de leeftijd van zeventig jaar.

    Πέθανε σε ηλικία 70 ετών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " jaar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "jaar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "jaar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη