Μετάφραση του "kijker" σε Ελληνικά

Οι μάτι, οφθαλμός, ομμάτιον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kijker" σε Ελληνικά.

kijker noun masculine γραμματική

Een instrument om objecten op afstand dichterbij te laten zien, met afzonderlijke oogstukken voor ieder oog.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μάτι

    noun neuter

    Via je kijkers belandt alles in de neurobiologie.

    Ό, τι αντικρίζουν τα μάτια καταλήγει στη νευροβιολογία.

  • οφθαλμός

    noun masculine
  • ομμάτιον

    neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεατής
    • τηλεθεατής
    • όμμα
    • τηλεσκόπιο
    • οφθαλός
    • τηλεθεάτρια
    • κιάλια
    • κιάλι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kijker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kijker"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kijker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη