Μετάφραση του "kin" σε Ελληνικά

Οι πηγούνι, σαγόνι, λαιμό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kin" σε Ελληνικά.

kin noun feminine γραμματική

het vooruitstekende deel van de onderkaak [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγούνι

    noun neuter

    De onderkant van het gezicht, onder de mond.

    Hij heeft zware handen, een goede kin en hij is gemeen.

    Έχει βαρύ χέρι, καλό πηγούνι, και είναι άγριος ο καριόλης.

  • σαγόνι

    noun neuter

    De onderkant van het gezicht, onder de mond.

    Je rug is recht, je kin is verscholen, en hou je billen gelijk.

    Η ράχη είναι ευθεία, το σαγόνι χαμηλά και ο πισινός επίπεδος.

  • λαιμό

    noun

    Nadat hij viel, sloeg iemand hem op de kin waardoor zijn nek werd gebroken.

    Αφού έπεσε, κάποιος τον χτύπησε στο πιγού - νι αποκόπτοντας το κεφάλι απ'τον λαιμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kin " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kin"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kin" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη