Μετάφραση του "kleden" σε Ελληνικά
Οι ντύνω, δέχομαι, ενδύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kleden" σε Ελληνικά.
kleden
verb
noun
γραμματική
kleren aandoen [..]
-
ντύνω
verbHem kleden als bankier verbergt zijn ware ik.
Τον ντύνω σαν τραπεζικό για να κρύψουμε αυτό που είναι.
-
δέχομαι
verb -
ενδύω
verbKleden, uitdossen of versieren, vooral voor speciale gelegenheden, ceremonies, enz.
-
σκεπάζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kleden " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kleden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φουστάνι · φόρεμα · ύφασμα
-
ντύνομαι
-
ένδυση · ιματισμός · ρουχισμός · ρούχα · ρούχο
-
αλλαγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη