Μετάφραση του "kleermaker" σε Ελληνικά
Οι ράφτης, μόδιστρος, ράπτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kleermaker" σε Ελληνικά.
kleermaker
noun
masculine
γραμματική
iemand wiens beroep bestaat uit het maken van kleding. [..]
-
ράφτης
noun masculineMijn kleermaker is rijk.
Ο ράφτης μου είναι πλούσιος.
-
μόδιστρος
masculineHij kan dan wel een goede bommenmaker zijn, maar is hij ook een goede kleermaker?
Ξέρεις, μπορεί να είναι πολύ καλός βομβιστής, αλλά ποιός είπε πως είναι και καλός μόδιστρος
-
ράπτης
noun masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μοδίστρα
- ο ράφτης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kleermaker " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kleermaker" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ράφτης μόδας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη