Μετάφραση του "kleurstof" σε Ελληνικά

Οι βαφή, χρωστική ουσία, χρωστική ύλη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kleurstof" σε Ελληνικά.

kleurstof noun masculine γραμματική

Een materiaal om mee te kleuren.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    Een materiaal om mee te kleuren.

    De producten moeten een bitterstof en zo mogelijk een kleurstof bevatten.

    Τα προϊόντα περιέχουν μέσο πρόκλησης αποστροφής και, όπου ενδείκνυται, βαφή.

  • χρωστική ουσία

    noun feminine

    De chlorofylwaarde daalt naar een laag niveau en in plaats daarvan wordt er een alternatieve kleurstof, bètacaroteen, geproduceerd.

    Τα επίπεδα της χλωροφύλλης πέφτουν χαμηλά, και αντί αυτής παράγεται μια άλλη χρωστική ουσία, η βήτα καροτίνη.

  • χρωστική ύλη

    Een materiaal om mee te kleuren.

    Tevens gelden de bijzondere zuiverheidseisen voor de desbetreffende kleurstoffen

    Ισχύουν επίσης τα ειδικά κριτήρια καθαρότητας για την εκάστοτε χρωστική ύλη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kleurstof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "kleurstof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kleurstof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη