Μετάφραση του "knippen" σε Ελληνικά

Οι κόβω, αποκοπή, ευνουχίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knippen" σε Ελληνικά.

knippen verb noun γραμματική

met een schaar uitsnijden [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόβω

    verb

    Een snede maken (met bijvoorbeeld een mes).

    Ik knip m'n haar altijd als ik wat verandering wil.

    Πάντα κόβω τα μαλλιά μου όταν χρειάζομαι μια αλλαγή.

  • αποκοπή

    Noun feminine

    Het gebruikelijke couperen van de staarten en knippen van de tanden is uit den boze.

    Δεν επιτρέπονται η αποκοπή της ουράς και η αφαίρεση δοντιών.

  • ευνουχίζω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στειρώνω
    • ψαλιδίζω
    • αποκόπτω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knippen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "knippen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knippen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη