Μετάφραση του "knol" σε Ελληνικά
Οι άλογο, γογγύλι, σέσκουλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "knol" σε Ελληνικά.
knol
noun
masculine
γραμματική
verdikte plantenwortel.
-
άλογο
noun neuterIk bereid me voor om een of andere knol met jou te jatten.
Eτοιμάζομαι vα κλέψω έvα ηλίθιο άλογο μαζί σου.
-
γογγύλι
noun neuterIn de vastenperiode werd het vlees echter vervangen door knollen (raves), vandaar de term raviole
Αλλά κατά τη Σαρακοστή αντικαθιστούσαν το κρέας με γογγύλι (rave), απ' όπου προήλθε η λέξη raviole
-
σέσκουλο
noun -
ίππος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " knol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη