Μετάφραση του "knuppel" σε Ελληνικά

Το ρόπαλο είναι η μετάφραση του "knuppel" σε Ελληνικά.

knuppel noun verb masculine γραμματική

korte dikke stok, bedoeld om lijfstraf mee uit te delen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρόπαλο

    noun neuter

    Ik wou je hoofd met een knuppel inslaan.

    Προσπάθησα να σου πάρω το κεφάλι με ένα ρόπαλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " knuppel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "knuppel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη