Μετάφραση του "koffer" σε Ελληνικά

Οι βαλίτσα, αποσκευές, μπαούλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koffer" σε Ελληνικά.

koffer noun masculine γραμματική

een draagbare bergruimte waarin spullen kunnen worden meegenomen tijdens het reizen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλίτσα

    noun feminine

    Peter die helemaal gek werd, begon de auto te starten, jij met de koffer.

    Ο Πήτερ αλλόφρονας ξεκινάει τ'αυτοκίνητο, εσύ με την βαλίτσα.

  • αποσκευές

    noun feminine

    Ik gun de captain de eer om m'n koffer te mogen dragen.

    Δεν μπορούμε να αρνηθούμε στον Κυβερνήτη την τιμή να μεταφέρει τις αποσκευές μου.

  • μπαούλο

    noun neuter

    De koffer op het ijs, net toen de trein over de brug reed.

    To μπαούλο έπεσε στον πάγο, πάνω από την γέφυρα.

  • πορτ-μπαγκάζ

    noun neuter

    Ik heb een koffer vol met pistolen, maar niets past in mijn handtas.

    Έχω ένα πορτ μπαγκάζ γεμάτο όπλο αλλά τίποτα δεν χωρά στον φάκελό μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koffer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "koffer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koffer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη