Μετάφραση του "koolwaterstof" σε Ελληνικά

Οι υδρογονάνθρακες, υδρογονάνθρακας, Υδρογονάνθρακες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "koolwaterstof" σε Ελληνικά.

koolwaterstof noun masculine γραμματική

een verbinding die uit koolstof en waterstof is opgebouwd [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • υδρογονάνθρακες

    Persistente koolwaterstoffen en persistente en bioaccumuleerbare organische toxische stoffen.

    Παραμένοντες υδρογονάνθρακες και παραμένουσες και βιοσωρεύσιμες οργανικές τοξικές ουσίες.

  • υδρογονάνθρακας

    noun masculine

    Een hele grote groep van chemische verbindingen bestaande uit koolstof en waterstof.

    Bij de keuze voor een bepaalde koolwaterstof worden economische, technische en milieucriteria aangelegd.

    Ο υδρογονάνθρακας που θα χρησιμοποιηθεί επιλέγεται με βάση οικονομικά, τεχνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.

  • Υδρογονάνθρακες

    Acyclische koolwaterstoffen bestemd om te worden gebruikt als motorbrandstof of als andere brandstof

    Υδρογονάνθρακες άκυκλοι, που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koolwaterstof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "koolwaterstof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koolwaterstof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη