Μετάφραση του "kortsluiting" σε Ελληνικά
Οι βραχυκύκλωμα, Βραχυκύκλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kortsluiting" σε Ελληνικά.
kortsluiting
noun
feminine
γραμματική
-
βραχυκύκλωμα
noun neuterEen kortsluiting houdt in dat er elektrische stroom wegvloeit uit de installatie.
Ένα βραχυκύκλωμα αντιστοιχεί σε διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος στο εσωτερικό της εγκατάστασης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kortsluiting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Kortsluiting
-
Βραχυκύκλωμα
Een kortsluiting houdt in dat er elektrische stroom wegvloeit uit de installatie.
Ένα βραχυκύκλωμα αντιστοιχεί σε διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος στο εσωτερικό της εγκατάστασης.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη