Μετάφραση του "kosten" σε Ελληνικά
Οι κοστίζω, στοιχίζω, τιμώμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kosten" σε Ελληνικά.
kosten
verb
noun
γραμματική
Een uitgaande betaling door een zaak of individu gemaakt. [..]
-
κοστίζω
verbAls jij niet van je functie houdt, kost het hem een fortuin.
Αν δεν αγαπάς αυτό που κάνεις, του κοστίζει μια περιουσία.
-
στοιχίζω
verbDe gebeurtenissen die het leven van vier mensen hebben gekost moeten naar behoren worden onderzocht.
Τα γεγονότα που στοίχισαν τις ζωές τεσσάρων ανθρώπων πρέπει να διερευνηθούν δεόντως.
-
τιμώμαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κάνω
- κόστος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kosten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kosten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κόστος ανά χρήση
-
κόστος γραμμής βάσης
-
τρέχον κόστος
-
μεταβλητό κόστος
-
γενικά έξοδα
-
άμεσο κόστος
-
έξοδα εισαγωγής σε νοσοκομείο
-
πραγματικό κόστος υλοποιημένης εργασίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη