Μετάφραση του "krach" σε Ελληνικά
Οι πτωχεύσας, χρεωκοπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "krach" σε Ελληνικά.
krach
noun
masculine
γραμματική
-
πτωχεύσας
-
χρεωκοπημένος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " krach " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη