Μετάφραση του "krenken" σε Ελληνικά

Το προσβάλλω είναι η μετάφραση του "krenken" σε Ελληνικά.

krenken verb γραμματική

Beledigen of kwetsen. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσβάλλω

    verb

    Hij heeft het recht zich gekrenkt te voelen over ernstige zonden en hij oordeelt altijd rechtvaardig.

    Αυτός δικαιολογημένα προσβάλλεται από τις χονδροειδείς αμαρτίες και πάντοτε κρίνει δίκαια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krenken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krenken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη