Μετάφραση του "kroon" σε Ελληνικά

Οι κορώνα, στέμμα, αιχμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kroon" σε Ελληνικά.

kroon noun verb feminine γραμματική

hoofddeksel dat door een [[vorst]] gedragen wordt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορώνα

    noun feminine

    hoofddeksel dat door een [[vorst]] gedragen wordt

    Bovendien vormt de aanhoudend zwakke kroon een steeds groter risico voor de inflatie op middellange termijn.

    Επιπλέον, η συνεχής αδυναμία της σουηδικής κορώνας εγκυμονεί αυξημένους κινδύνους για μεσοπρόθεσμο πληθωρισμό.

  • στέμμα

    noun neuter

    hoofddeksel

    Mensen als Norfolk volgen me omdat ik'n kroon draag.

    Κάποιοι σαν τον Νόρφολκ μ ́ ακολουθούν γιατί φοράω το στέμμα.

  • αιχμή

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κορόνα
    • στεφάνη
    • στέμμα (εραλδική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kroon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "kroon"

Φράσεις παρόμοιες με "kroon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kroon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη