Μετάφραση του "kruimel" σε Ελληνικά
Οι ψίχουλο, ψίχουλα, τρίμμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kruimel" σε Ελληνικά.
kruimel
noun
masculine
γραμματική
Een zeer kleine hoeveelheid van iets.
-
ψίχουλο
noun neuterHet room van de melk, de zachtste kruimels die je hebt.
Η κρέμα από το γάλα, το πιο μαλακό ψίχουλο που έχεις στο χέρι.
-
ψίχουλα
n-pDe rook komt van wat kruimels in de oven die nog aan stond.
O καπvός ήταv από ψίχουλα στο φούρvo πoυ είχε ξεχαστεί αvαμμέvος.
-
τρίμμα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kruimel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη