Μετάφραση του "krulspeld" σε Ελληνικά

Το μπικουτί είναι η μετάφραση του "krulspeld" σε Ελληνικά.

krulspeld

Een speld rond welk haar gewonden wordt om te krullen.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπικουτί

    noun neuter

    Een speld rond welk haar gewonden wordt om te krullen.

    De zusters hadden soms krulspelden in, droegen een lange broek en hadden een boodschappentas bij zich.

    Μερικές φορές οι αδελφές είχαν μπικουτί στα μαλλιά τους, φορούσαν παντελόνι και κρατούσαν κάποια τσάντα για ψώνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " krulspeld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "krulspeld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη